Θεωρητικές προσεγγίσεις στην πλαισιοθετημένη μάθηση και παράμετροι που την προσδιορίζουν

2015-01-24 20:35

    Oι κοινωνικο-ποιλιτισμικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια επανακαθορίζουν της έννοια και της διαδικασία της μάθησης λαμβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους που την πλαισιώνουν, παράμετροι που χαρακτηρίζονται από μια πολυπλοκότητα προσδιορισμού και καθορισμού. Οι σημαντικότερες εξ’ αυτών είναι η συμμετοχή, η ταυτότητα, η πρακτική, η σχολική κουλτούρα, οι κοινωνικό (μαθηματικές) νόρμες, τα εργαλεία και η διάσταση ανάμεσα σε αυθεντικές και σχολικές δραστηριότητες. Όλες αυτές οι παράμετροι διαμορφώνουν και καθορίζουν το πλαίσιο που λαμβάνει χώρα η μαθησιακή διαδικασία και επίσης, δεν θεωρούνται ανεξάρτητοι αλλά σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους. Ειδικότερα, μέσω της συμμετοχής τα άτομα διαμορφώνουν την ταυτότητα τους και αναπτύσσουν πρακτικές. Το ζήτημα που τίθεται είναι πότε θεωρείται ότι ένα άτομο συμμετέχει σε μια κοινότητα πρακτικής. Ο Wenger (1998) περιγράφει τη συμμετοχή μέσα από τρία στάδια που είναι η περιφερική συμμετοχή, η πλήρης συμμετοχή και η περιθωριακή συμμετοχή. Η άποψη που έχει διατυπωθεί και φαίνεται να επικρατεί είναι ότι μόνο τα άτομα που μεταβαίνουν από τη φάση της περιφερικής συμμετοχής στην πλήρη συμμετοχή μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμετέχουν ως μέλη της κοινότητας ενώ το στάδιο της περιθωριακής συμμετοχής τείνει όλο και περισσότερο να χαρακτηρίζεται ως μια μορφή μη συμμετοχής.

    Το θέμα της συμμετοχής του ατόμου σε πολλαπλές κοινότητες πρακτικής οδηγεί σε έναν επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας και των αντιλήψεων του, προκαλώντας ενδοπροσωπικές συγκρούσεις μέσα στην ίδια την κοινότητα η οποία καλείται να τις διαχειριστεί. Η σύγκρουση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι τα άτομα συμμετέχουν σε παραπάνω από μια κοινότητα πρακτικής που καθεμία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και τη δική της εσωτερική δομή. Συνεπώς, ο τρόπος συμμετοχής του ατόμου σε μια κοινότητα πρακτικής μπορεί να καθορίσει την αντίδραση του. Με τη σειρά τους η σχολική κουλτούρα συνίσταται από ένα σύνολο κοινωνικών νορμών και μια συγκεκριμένη δομή συμμετοχής. Έτσι, λοιπόν, οι κοινωνικές νόρμες ρυθμίζουν τον τρόπο συμμετοχής στη σχολική τάξη και οι κοινωνικο-μαθηματικές νόρμες παρέχουν ίσες ευκαιρίες μάθησης σε όλους του μαθητές αναδεικνύοντας τη χρήση των πολιτισμικών εργαλείων για την υιοθέτηση των κανόνων της κοινωνικής ομάδας.

    Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τη δραστηριότητα επηρεάζεται από τα πολιτισμικά εργαλεία που χρησιμοποιεί σε μια αυθεντική δραστηριότητα. Όπως έχει επισημανθεί η έκθεση των μαθητών σε αυθεντικές δραστηριότητες μέσα από τη συμμετοχή τους σε κοινότητες πρακτικής συμβάλει στην ανάπτυξη της γλώσσας, των συστημάτων πεποίθησης προωθώντας τη διαδικασία συγκρότησης πολιτισμικής ταυτότητας. Ωστόσο, η μετατροπή μιας αυθεντικής δραστηριότητας σε σχολική είναι πολύπλοκη διαδικασία καθιστώντας εμφανείς τις διαφορές ανάμεσα στα μαθηματικά και στις πρακτικές εντος και εκτός σχολείου. Φαίνεται να υπάρχει ασυνέχεια μεταξύ αυτού που μαθαίνει κάποιος μέσα στο σχολείου και αυτού που μαθαίνει εκτός του σχολείου. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η επισημοποίηση της μαθηματικής γνώσης εκτός του σχολείου απαιτεί τη σύνδεση και την υποστήριξη των μαθηματικών εμπειριών που κερδίζονται μέσα στο σχολείο και αυτή η σύνδεση επέρχεται μέσα από τη δραστηριότητα κατασκευής της γνώσης με τη συμμετοχή των μαθητών σε κοινότητες πρακτικής της τάξης.

    Κλείνοντας, μέσω της ανάδειξης του είδους της συσχέτισης και της συμπληρωματικής ανάγνωσης που παρέχουν στη μάθηση οι διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις, δίνοντας ωστόσο ιδιαίτερη βαρύτητα στις παραμέτρους που καθορίζουν τη μάθηση υπό το πρίσμα των θεωρητικών προσεγγίσεων της πλαισιοθετημένης μάθησης, οι σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται στη μύηση των μαθητών, μέσω της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας της τάξης και στους τρόπους δράσης της κοινότητας πρακτικής των μαθηματικών. Η διαμόρφωση ενός μαθησιακού περιβάλλοντος εξαρτάται από την επιλογή και τον τρόπο αξιοποίησής των δραστηριοτήτων οι οποίες θα πρέπει να είναι αυθεντικές, να έχουν νόημα για τους μαθητές και να τους προσφέρουν κίνητρα για μάθηση, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες γνώσεις τους προκειμένου να διαπραγματευτούν τη δημιουργία νέων νοημάτων.    

 

Απόσπασμα από τον επίλογο της θεωρητικής εργασίας : 

Δάλλας, Μ. (2013). Θεωρίες μάθησης και διδασκαλίας στη διδακτική των μαθηματικών: Θεωρητικές προσεγγίσεις στην πλαισιοθετημένη μάθηση και παράμετροι που την προσδιορίζουν. ΠΜΣ Διδακτική και Μεθοδολογία των Μαθηματικών. Τμήμα Μαθηματικών, ΕΚΠΑ.